γ.ρ.ά.φ.ω
διηγήματα short stories μικροδιηγήματα micro fiction ποιήματα poems κείμενα texts



Total Pageviews

Saturday, May 19, 2012

(άτιτλο)



















σου υποσχέθηκαν χρυσόχωμα

στο ταχυδρόμησαν σε δόσεις
το στοίβασες με θέρμη στην αυλή
το έκανες ταπετσαρία
κουράστηκες
το ρευστοποίησες σ' έναν κουβά
καυτό
το 'χυσες στο κεφάλι
έγινες άγαλμα κι εσύ
γυάλισες για λίγο στο σκοτάδι

Sunday, May 13, 2012

μητρότητα


(στη μάνα μου)

το μωρό μου τα βράδια
κελαηδά σαν πουλί
γαντζώνεται σ' ένα αόρατο χέρι
κι αιωρείται με τα μάτια κλειστά
εγώ νανουρίζω σαν καρακάξα
και κρέμομαι απ' την κούνια της δειλά
μα όταν αυτή μου χαμογελά
γράφω ένα νερόβραστο ποιήμα
και ντύνομαι Θεός

Wednesday, April 25, 2012

ελεγεία σε 37 λέξεις

σε είδα να κατοικείς σ' ένα σύννεφο / ένα σύννεφο με στέγη με πόρτα με παράθυρα / κουνούσες τα χέρια / δε γνώριζα πως έτσι μας αποχαιρετούσες / εγώ το σύννεφο θυμάμαι / το σπίτι / μια καμινάδα χωρίς καπνό / τα μάτια σου


στην Αυγή

Sunday, March 25, 2012

no comment

σημαία / στο χώμα ριγμένη / κλαίει / αναρωτιέται / πώς από χάρτινη / έγινε πλαστική

Friday, March 23, 2012

ΤΟ ΤΑΒΑΝΙ

Το ταβάνι / την πλάκωσε / πέθανε από αιμορραγία / εκείνος δεν το πρόσεξε / ροχάλιζε ρυθμικά / κανένα ίχνος της το επόμενο πρωί /μόνο κάτι σημάδια / κάτι λουλούδια / κομμένα / σα φακίδες / σε μια γωνιά.

Wednesday, March 21, 2012

ΚΑΤΙ ΣΥΝΤΟΜΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΜΕΡΑ ΠΟΙΗΣΗΣ:











"Μου 'δωσαν μια λάμπα / περίμεναν να γίνω σκιά / τους ξεγέλασα / μεταμορφώθηκα σε διακόπτη."

Thursday, December 29, 2011

Ηλεκτρονικός Βαρυποινίτης
















Φοβάμαι πως δε θα βγω ποτέ από δω μέσα γιατρέ. Τρέμω στην ιδέα πως κάποια στιγμή τα πολύχρωμα καλώδια θα μεταμορφωθούν σε ηλεκτροφόρα πλοκάμια και θα με κάψουν βίαια, αδίστακτα. Η ταφή μου στο recycle bin θα είναι το θέμα της ημέρας για όλα τα δεδομένα και τις εικόνες του desktop. Θα γελάνε με φατσούλες τα καλώδια-δολοφόνοι γιατρέ, κι ενώ εγώ θα βρίσκομαι σε μια κατάσταση αναμονής λίγο πριν το τέλος, αυτά θα μου ρίχνουν τόνους από μπάζα, συμπιεσμένα γράμματα και μισοφαγωμένα εικονίδια. Κάποια θα με βρίσκουν στο κεφάλι, θα τo ανοίγουν στα δύο και θα καταβροχθίζουν σαν όρνεα το λιγοστό μυαλό που μου έχει απομείνει. Έχω ερωτευτεί το google γιατρέ στο χω ξαναπεί; Κάνω τραμπολίνο σε χιλιάδες γράμματα καθημερινά μόνο και μόνο για να το βλέπω να μου ξεδιπλώνει την πολυπλοκότητα του. Αν και είναι σχετικά στενάχωρα εδώ μέσα – vive la technologie! – δεν υπάρχει ομορφότερη στιγμή από το να ξυπνά κανείς μέσα σε έναν εικονικό ωκεανό χωρίς κύματα ή σ' έναν αμμόλοφο που θυμίζει Σαχάρα χωρίς όμως την καυτερή και αφιλόξενη της άμμο. Είναι μέρες που αράζω μέσα σε κάποιον ανώνυμο folder – υποψήφιο για θανατική ποινή όπως κι εγώ. Δε μπορείς να φανταστείς τι κουβέντες μπορείς να ανταλλάξεις μ' έναν άλλο βαρυποινίτη που πλησιάζοντας στο τέλος της ηλεκτρονικής ζωής του εύχεται να μην είχε γεννηθεί ποτέ μα ταυτόχρονα χαίρεται που εγκαταλείπει την αδίστακτη μοναξιά του. Κάποτε σκαρφαλώνω πάνω στα εικονίδια, χωρίς να λαχανιάζω, για να θαυμάσω τη θέα από ψηλά – το γραφείο μου που είναι πλημμυρισμένο από στυλό Bic και μουντζουρωμένα χαρτάκια και τη μάνα μου που κάθεται στο βάθος σε μια πολυθρόνα, περιμένοντας με να βγω από δω μέσα. Κάτι τέτοιες στιγμές η θέα μου δεν είναι και τόσο ευχάριστη, θέλω να κλάψω πραγματικά μα ο εικονικός κόσμος δε με αφήνει, το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να της αφήσω μια λυπημένη φατσούλα στο msn μα η μάνα μου δεν ξέρει να το χρησιμοποιεί οπότε η φατσούλα μένει απλά εγκλωβισμένη κι αυτή, χωρίς κάποιον παραλήπτη. Ήταν πολλές οι φορές που προσπάθησα να της εξηγήσω γιατί παραμένω κλειδωμένος εδώ μέσα, πως εδώ τα συναισθήματα είναι λιγότερο επώδυνα και πως ο θάνατος προσδιορίζεται από το απλό πάτημα ενός κουμπιού και τίποτα φρικιαστικό, πως η θλίψη της απώλειας δεν μπορεί να εκτονωθεί με δάκρυα αλλά με διάσπαρτα δεδομένα που ταξιδεύουν από ιστοσελίδα σε ιστοσελίδα, αποπροσανατολισμένα κι αυτά, μηχανικά. Αύριο θα κάνω google την Τζαμάικα και θα ξεχαστώ για μια ακόμη φορά. Είναι ωραία και χαλαρά εκεί και καπνίζουν ασύστολα μαριχουάνα. Ένα κουμπί φοβάμαι κι αυτό είναι το delete. Σκέφτηκα πολλές φορές να το πατήσω να τελειώνουμε μ' αυτήν την ιστορία μα άλλαξα γνώμη, μαγεμένος από τα applications του facebook και τις εναλλαγές που μου δείχνουν πως η ζωή συνεχίζεται ότι και να γίνει και πως στο ίντερνετ δεν υπάρχει η λέξη θάνατος μα μια ανεξήγητη αίσθηση αιωνιότητας. Οι φίλοι μου απορούν γιατί τους στέλνω μόνο e-mail, γνωστοί και άγνωστοι συνεχίζουν τα συλληπητήρια μα εγώ κουράστηκα με αυτό το παραλήρημα του κόσμου που εξιτάρεται από την φρίκη και δε μπορεί να νιώσει ούτε το 1% από τον πόνο που νιώθω εγώ. Σήμερα ανακάλυψα ένα κορίτσι με βαθύ ντεκολτέ και της έστειλα ένα e-mail γνωριμίας. Δε γνωρίζει πως εδώ και λίγο καιρό κατοικώ μέσα στον υπολογιστή μου αλλιώς θα μου απαντούσε και θα με ρωτούσε «μα πώς κοιμάσαι εκεί μέσα;», «έχει σουπερμάρκετ να ψωνίζεις;», «μα μόνο μέσω ίντερνετ θα συναντιόμαστε;», «μα δεν είσαι ο γιος του...που πέθανε στο...», «εκεί μέσα νερό βρίσκεις να πιεις;», «σ' αρέσουν τα τρισδιάστατα πορνό;», «δε σιχαίνεσαι να βλέπεις το βυζί ή τον κώλο κάποιου από τόσο κοντά;», «θες να σου στείλω φωτογραφίες μου;», «θες να κάνουμε cyber sex;», «συλλυπητήρια...», «η ζωή συνεχίζεται...», «θα τιμωρηθούν οι ένοχοι...», «καλή σου τύχη...». Μα δεν έχεις ξανακατοικήσει μέσα σε έναν υπολογιστή γιατρέ; Να ξέρεις πως όσο έχεις ρεύμα ή μπαταρία δεν σκοτεινιάζει ποτέ. Προτείνω να μετακομίσεις εδώ μέσα μαζί μου. Θα έχεις την καλύτερη θέα του κόσμου! Ξέρεις όμως τι μου λείπει; Η βροχή. Η αίσθηση της σταγόνας στο μέτωπο, η γεύση της στο στεγνό ουρανίσκο, το άγγιγμά της που δεν έχει καμία σχέση με το άψυχο εσωτερικό ενός υπολογιστή σε αποσύνθεση. Κι ο ήλιος μου λείπει γιατρέ. Όχι ο ήλιος που σκοτώνει αλλά αυτός που φωτίζει πραγματικά και όχι εικονικά τον ουρανό. Μου λείπει κι αυτός γιατρέ. Μου λείπει το ότι δεν έκανα save ούτε μια φωτογραφία του ή που δεν τον έπεισα ποτέ να κάνει profile στο facebook. Αλλιώς θα τον έβλεπα εδώ μέσα και όχι στη φωτογραφία του πάνω στο γραφείο μου που τώρα μένει έρημο χωρίς εμένα. Ξέρεις γιατρέ εδώ μέσα σπάνια πεθαίνει κανείς – μένει πατέρας σου για πάντα ακόμη και μετά θάνατον – κάποτε δεν αντέχεις άλλο, θες απλά η εικόνα να χαθεί, μα είναι φορές που την επιζητάς, είναι φορές που κλεισμένος σε μια οθόνη και ζωσμένος από καλώδια και δίσκους εύχεσαι να μπορούσες να διαπεράσεις το γυαλί και να φιλήσεις τη μάνα σου παρηγορητικά στο μάγουλο. Μα είναι αργά γιατρέ. Ούτε εσύ, ούτε η μάνα σου, ούτε κι οι υπόλοιποι θα είναι ποτέ ίδιοι. Μόνο ο υπολογιστής κι η εικονική του πραγματικότητα που σε γιατρεύει – που νομίζεις πως σε γιατρεύει. Οπότε μη με ξαναρωτήσεις γιατί κλείστηκα εδώ μέσα. Εδώ πετάς γιατρέ. Εδώ τουλάχιστον ακόμη πετάς.

MI

Έπαινος στο 2ο Διαγωνισμό Διηγήματος "ΛόγωΤέχνης 2011"

πηγή - http://www.artmag.gr/art-articles/arthistory-of-a-piece

photo source - http://www.helpforinternetaddictions.com/

το Χριστουγεννιάτικο διήγημα "Ο Τελευταίος" στο onestory.gr

http://www.onestory.gr/post/14937864824
(photo source - http://images.mocpages.com)


«Δε φταις εσύ που σε κατάντησαν σούργελο!», του λέω.

Με καρφώνει με ύφος εγκαταλελειμμένου παιδιού. Το πρόσωπό του μοιάζει με ξεφουσκωμένη πουτίγκα, χωρίς τη ζάχαρη.
Κλέβω ένα απ’ τα εκατομμύρια λαμπιόνια του κι αυτός με κοιτάζει παλαβά, σαν μυξιάρικο που του ‘κλεψαν τη σοκολάτα. 
Το σύρμα που τον τυλίγει έχει μήκος τουλάχιστον καμιά χιλιάδα μέτρα, είναι μέρες που μοιάζει με  μεταξοσκώληκα, οι λάμπες του θυμίζουν λέπια προϊστορικού ψαριού και δεν ανάβουν με το συνηθισμένο τρόπο. Έχει μια γεννήτρια δεμένη καλά στο δεξί του πόδι. Εκεί πάνω κάθεται, εκεί κοιμάται, εκεί τρώει, εκεί σκέφτεται όταν έχει σκέψεις, απ’ εκεί τροφοδοτεί το υπερθέαμα της ύπαρξής του. 
«Χιονόμπαλες για σκουλαρίκια, ρεντίκολο έχεις γίνει!», του φωνάζω.
Μου ρίχνει στολίδια σφαίρες για να βγάλω το σκασμό, απ’ τα ελαφριά και τ’ ακριβά που ξεβάφουν εύκολα. 
Μετά τα μαζεύει ένα ένα, μετανιωμένος, τοποθετώντας τα και πάλι στην ίδια θέση. Ένα αγγελάκι στο κεφάλι, μια πεταλούδα στ’ αχαμνά, δυο καμπάνες μισοσπασμένες στα γόνατα και μια μπάλα με τη φωτογραφία του Ομπάμα στον κώλο. 
«Ντροπή σου!», του φωνάζω.
Αρχίζει να χασκογελά με μια πρωτόγνωρη παράνοια. Βλέπω στο βάθος τ’ ουρανίσκου του υπολείμματα από κέικ και μισοφαγωμένα γλυκά. Βρωμά η ανάσα του. Μοιάζει να την έχει συνηθίσει. 
Τα συνθήματα που τον διακοσμούν έχουν σβηστεί απ’ το χρόνο. Το αίμα αυτών που χάθηκαν στους δρόμους έχει πάρει πια τη μορφή κόκκινης διακοσμητικής κορδέλας. Γυαλίζει στο σκοτάδι. Και το σκοτάδι δε φτιάχτηκε για να γυαλίζει τις γιορτές.
“Ακόμη τους κουβαλάς μαζί σου;”, τον ρωτώ. “Άραγε τους θυμάσαι ή τους έχεις ξεχάσει;”.
Ρίχνει μια αυτοσχέδια μολότοφ στα μαλλιά και φλέγεται σαν αστέρι. Αααααααα…ουάουυυυυ…γεμίζει ο αέρας επιφωνήματα, ρουφούν τ’ οξυγόνο σαν πιράνχας….ααααααα…ωωωωωω…όλοι τον θαυμάζουν! 
Η πραγματικότητα είναι πάντα το τελευταίο, είπε κάποτε ο Hermann Kinder. Κι ο δικός μου Δεκέμβρης είναι σίγουρα τελευταίος, γιατί τον βλέπω τώρα να με κοιτάζει βουρκωμένος και σκιάζομαι. Πρώτη φορά βλέπω δάκρυα πασπαλισμένα με στάχτη.
“Τον Αλέξη Γρηγορόπουλο τον θυμάσαι;”, τον ρωτώ. 
«Ο Χειμώνας πέθανεεεεε!», τσιρίζει. 
Αναβοσβήνει χωρίς νόημα, καμπάνες χτυπούν, τύμπανα ηχούν, μπισκότα αχνίζουν απ’ τις μασχάλες του, έτοιμος είναι να χεστεί απ’ το φόβο! Θυμάται.
«Ο Χειμώνας πέθανε πέθανε πέθανεεεεεε!!!»
Θέλω να του πω πως το πολύ φως του ‘καψε τον εγκέφαλο. Αυτοί που έκλεψαν το Χειμώνα δεν μπορεί να είναι δολοφόνοι! Αλλιώς θα σκότωναν την ίδια τους την έμπνευση, και τότε  πώς θα ζούσαμε δίχως την Τέχνη. 
Περπατά βαριά, ξεφυσώντας σκόρπιες λέξεις, βαρετές. 
«Δεν έχεις τίποτα άλλο να μου ευχηθείς;», του λέω.
Ξερνά την λέξη “Καλά” στο ένα μου παπούτσι και τη λέξη “Χριστούγεννα” στο άλλο. Μετά τις σκουπίζει και τις δύο με μια περίεργη γενειάδα από χρησιμοποιημένα εξτένσιονς.  “Καλή Χρονιά” δε μου λέει, αυτή είναι ευχή του Γενάρη κι όχι δική του. 
Οι τσέπες του βρεγμένες. Κρυώνει. Μαζεύει χιόνι τεχνητό, λες και μπορεί να το κρατήσει αιώνια.
«Ρε βλάκα! Το χιόνι λιώνει! Δεν είναι κέρμα να το κρατήσεις στις τσέπες!», του λέω χαριτωμένα προσπαθώντας να σπάσω για λίγο τον πάγο μεταξύ μας.
Απομακρύνομαι. Ξέρω πως και απόψε θέλει να μείνει μόνος. Τον βλέπω πια από μακριά, λυμφατικό, ηττημένο, ν’ αναβοσβήνει σαν τεράστιο κερί χωρίς την φλόγα. 
Κόβω δυο τριαντάφυλλα και τ’ αφήνω ευλαβικά στη μέση του δρόμου. Το ψεύτικο χιόνι πέφτει αργά μα λιώνει πολύ πριν να τ’ αγγίξει. 
Σκύβω το κεφάλι με σοκαριστική για τα δικά μου δεδομένα υποκρισία.
«Ο Χειμώνας πέθανε και μαζί του κι η έμπνευση», λέω πια συνειδητοποιημένα στον εαυτό μου.
«Ο Χειμώνας πέθανε και μας έμεινε ο Δεκέμβρης…»

ΜΙ

Thursday, November 24, 2011

BANG BANG με σκότωσες!













ΚΙ ΕΤΡΕΞΑΝ όλοι. Μηδενός εξαιρουμένου. Με χείλη πλημμυρισμένα από σάλιο και δαγκωμένα από την αγωνία τουλάχιστον τρεις φορές. Για να προλάβουν να στείλουν την ευχή τους μ' εξπρές στον ουρανό μπας και δουν μια άσπρη μέρα. Οι κανόνες ήταν σαφείς. Μια μόνο ευχή γραμμένη με κόκκινο μελάνι σε ανακυκλώσιμο κατά προτίμηση χαρτί. Το χαρτάκι έπρεπε να είναι διπλωμένο τέσσερις φορές ακριβώς και καλά κλειδωμένο στο αλεξίσφαιρο κουτάκι που τους είχε σταλεί, ενώ το κλειδί θα έπρεπε να παραδοθεί στις Αρχές για αποφυγή ευχοκλοπών ή άλλου είδους εγκλημάτων.

Και βιάστηκαν όλοι με τη γλώσσα έξω να γλείφει ασταμάτητα μπας και προχωρήσουν λίγο περισσότερο στη σειρά και μπουν κι αυτοί στη μαγική λίστα των τυχερών. Μοβ, κίτρινα, μπλε, πράσινα, κόκκινα κουτάκια κατέκλυσαν τα κλειστοφοβικά σπίτια και τις στραβομούτσουνες πολυκατοικίες της πόλης. Ευχές ποικίλες. Άλλες ζήτημα ζωής και θανάτου (πράγμα σχετικό), άλλες θέατρο του παραλόγου μα όλες το ίδιο διψασμένες να φτάσουν ψηλά στα σύννεφα. Και σκούντηξαν και πάτησαν και γρονθοκόπησαν και ενέδωσαν για να περάσουν μπροστά και ίδρωσαν και πονοκεφάλιασαν για να καταλήξουν σε μια μόνο ευχή από τις τόσες. Τα πρόσωπα τους έλαμπαν από έκσταση και στ' αυτιά τους ηχούσαν ύμνοι και ψαλμοί. Μια ευχή τους θα γινόταν πραγματικότητα! Μπήκαν κι αυτοί στη λίστα των λίγων! Ο ενθουσιασμός ήταν τόσο παραφουσκωμένος που τύφλωνε τα μάτια και ξεχείλιζε από τ' αυτιά. Τόσο πολύ που επηρέαζε τη μνήμη και αντίληψη τους κάνοντας τους να ξεχνούν τις ανομίες και παρανομίες που τους έδωσαν τελικά μια θέση στη λίστα εκείνη των δικαιούχων.

Μα εγώ;”
Πότε;”
Αποκλείεται!!!”
Ξένοι είμαστε;”
No way!”

Τίποτα δεν θυμόντουσαν. Τα 'χαν όλα ξεχάσει. Έτσι ετοίμασαν τα ποικιλόχρωμα κουτάκια με τις ευχές κλειδώνοντας τα καλά και τα εκτόξευσαν μέσα σε ακριβούς πυραύλους προς τα πάνω. Τα πρόσωπα τεντώθηκαν από την υπέρμετρη συγκίνηση κι έμειναν με το τσιτωμένο χαμόγελο μέρες, μήνες ολόκληρους μετά τη μεγάλη γιορτή (εξαιρώντας τις ενέσεις botox που κρατούσαν το δέρμα τσιτωμένο έτσι κι αλλιώς). Μα ο χρόνος περνούσε. Έγινε χρόνια. Το χαμόγελο βαρέθηκε τη χαζοχαρούμενη του στάση και γύρισε από την άλλη. Μπρούμυτα. Μούτρωσε. Η ζωή δυστυχώς συνέχισε να είναι κατά κανόνα ανυπόφορη και περιστασιακά τραγική.

΄Ώσπου μια μέρα όλα άλλαξαν. Ένας τυχαίος τύπος σκόνταψε σ' ένα καλά κλειδωμένο λαχανί κουτάκι, στη μέση ακριβώς του δρόμου. Στην επιφάνεια του οι εκδορές και τα μουτζουρώματα δήλωναν πως το κουτί είχε πέσει από ψηλά. Και μάλιστα σφραγισμένο ακόμη. Μέρα παρά μέρα διάφορα κουτιά κατέκλυζαν την πόλη σαν φρεσκοφυτρωμένα λουλούδια στην άσφαλτο.

Συνέχισαν να πέφτουν από ψηλά μέρα νύχτα, απειλώντας κατά διαστήματα τις ζωές των κατοίκων. Άλλα έπεφταν σε ταράτσες ανοίγοντας τρύπες στα ταβάνια κι αποκαλύπτοντας γυμνά αμαρτωλά κορμιά σε άλλων τις κρεβατοκάμαρες. Άλλα προσγειώνονταν στις φρεσκογυαλισμένες φαλάκρες διευθυντικών στελεχών, ενώ άλλα άνοιγαν τρύπες στα πεζοδρόμια ρίχνοντας ένα με δύο περαστικούς μέσα.

Δεν άντεξαν. Γέμισαν όλοι τα κυνηγετικά και αεροβόλα τους. Αγόρασαν κι άλλα. Δανείστηκαν. Παράγγειλαν από το εξωτερικό. Και ξεκίνησαν.

Μπαγκ Μπουγκ Νταγκ Τουνκ Παπαπαπαπα Τανκ!!!

Ξεκίνησαν να πυροβολούν ασταμάτητα προς τα πάνω ανοίγοντας μαύρες τρύπες στα άσπρα σύννεφα. Στόχος η κάθε πολύχρωμη κουκκίδα που ξεπρόβαλλε από τον ουρανό. Είχαν όλες κριθεί επικίνδυνες. Έπρεπε να εξοντωθούν!

Κάποιες γλίτωναν. Συνέχιζαν να πετούν με περίεργο τρόπο. Άλλες έπεφταν ακόμη γρηγορότερα προς τα κάτω. Κι αυτοί συνέχισαν να πυροβολούν. Μπαγκ. Μπουγκ. Νταγκ!!! Συνέχισαν μέχρι που νύχτωσε και δεν έβλεπαν πια. Τα κουτιά σταμάτησαν να πέφτουν. Το πρώτο φως της ημέρας βρήκε έναν οδοκαθαριστή να καθαρίζει πλαστικά κομμάτια από την άσφαλτο λες και προηγήθηκε ένας μεγαλόπρεπος καρναβαλίστικος χορός. Όταν βρήκε το πρώτο δεν καλοκατάλαβε. Νόμισε πως ήταν κι αυτό ένα τυχαίο θύμα ανάμεσα στα θρυμματισμένα ανοιγμένα κουτιά. Ίσως μια σφαίρα να το βρήκε κι αυτό ξαφνικά και να ΄πεσε. Μα μετά βρήκε άλλο ένα κι άλλο ένα κι άλλα πολλά. Ο δρόμος είχε στρωθεί από τα μαδημένα άσπρα φτερά τους. Αναλογούσε ένα για κάθε κουτί. Μέσα σε κάθε κουτί. Και τότε κατάλαβε.

Τα πολύχρωμα κουτιά είχαν επιστρέψει σαν πουλιά.

Κι αυτοί τα σκότωσαν.

Γιατί φοβήθηκαν μήπως τους πέσει κανένα στο κεφάλι και μείνουν στον τόπο.


ΜΙ







Saturday, November 19, 2011

TILL DEATH DO US PART

I opened the door and got a 1-centimeter thick and 4-centimeter long bullet right into my head. It’s not important who pulled the trigger. The fact is that the bullet opened a big hole on my forehead spilling my brains out. My last words were ‘Fuck!’ and then I turned into thin air.

No actually that’s wrong.

I opened the door and saw a hairy guy fucking my wife on the sofa. I turned into an invisible man. I locked myself back in the car. I had a fine car. A BMW with leather seats and Kleenex at the back, a CD player and a navigator. I shut the windows and turned the radio really loud so that I wouldn’t hear my screams and my swearing. My Rolex stopped. I punched it on the glass and it broke like cheap wine glass. I went back into the house and saw them trying to find their clothes and underwear somewhere between my chair and the boy’s lego. They stood like mutes in a carnival parade, melting. I smelled their bodies in the air and just wanted to throw up. I wanted to tell her that she was a bitch and that he was a bastard and a cunt but they melted on the floor so badly, I couldn’t see their bodies or faces any longer. I didn’t want to say anything to a mass of flesh scattered on superb quality tiles. I blinked exactly two times. There they were, looking at me like cows:

I..we..e…mm…you…sor…pl…don’t…it’s…what…but…I…we…sor…pl…don’t…it’s…eee…no…pl…emm…ooo…aaa….emm…no…please…sorry…we…you…you…you…you…I..we..e…mm…you…sor…pl…don’t…it’s…what…but…I…we…sor…pl…don’t…it’s…eee…no…pl…emm…ooo…aaa….emm…no…please…sorry…we…you…you…you…you…you…you…you…I…we…the…the…we…we…I…you…

Each incomplete syllable stabbed bones and muscles but I felt nothing. I was still invisible. I passed through the kitchen door and right where the drawers were. I opened the first one. I closed it. I opened the other one. I got the two big knives and stabbed them twice at the front and twice at the back. I saw their desperate faces losing consciousness like one would kill a dog in the street at midnight and feel absolutely null. Then I chopped them like meat and put them into big plastic bags with perfumed toilet tablets in their mouths to block the bad smell. I dragged them to my freshly washed BMW and tossed them in the trunk like lamp chops.

No actually that’s wrong. And this is not a Hollywood movie.

I stayed in the BMW.

I never got back in.

I never got those two knives.

I cried like a baby, right in front of my high-tech navigator.

The Kleenex box was empty.

I had to wipe everything off with my silk Armani shirt.


MI



Thursday, November 17, 2011

ΣΕΣΟΥΑΡ

ΤΟ ΒΟΥΗΤΟ συνέχιζε.
Βουυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυ

Φούσκωνε και εισχωρούσε σαν τρυπάνι στ' αυτιά της, κλέβοντας της την ακοή κι όχι μόνο. Δεν ένιωθε τον πόνο πια. Άκουγε μόνο τον απροσδιόριστο ήχο του, τα κατάλοιπα του υπό μορφή λακ, τζελ για γερό κράτημα και κακαρίσματος.

Βουυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυ

Ο ήχος σήμερα ήταν απλά το σεσουάρ του κομμωτηρίου. Ζεστάθηκε. Ξεκούμπωσε λίγο την μπλούζα. Ο μαθητευόμενος κομμωτής της χαμογέλασε καίγοντας της τουλάχιστον μια τούφα. “Σ' έκαψα ε; Συγγνώμη φιλενάδα! Πάει μόνο του κάποτε το ρημάδι!”.

Δεν απάντησε αφού δεν είχε νιώσει απολύτως τίποτα. Και ο Σαμψών να ήταν και να της έκαιγε όλα τα μαλλιά πάλι δε θα την ένοιαζε.

Έχουμε σε όλα τα είδη και χρώματα. Περούκα Χίπις 19.95 €, τα συνήθη μεγέθη των περουκών είναι 4:
Πολύ Μικρό – Ταιριάζει σε κεφάλια 48cm – 51cm
Μικρό – Ταιριάζει σε κεφάλια 51cm – 54cm
Μεσαίο - Ταιριάζει σε κεφάλια 54 cm – 57cm
Μεγάλο - Ταιριάζει σε κεφάλια 57cm – 61cm
(90% των γυναικών φορούν το Μεσαίο μέγεθος θα σαι μια χαρά) – όχι καλέ δε θα ζεσταίνεσαι, η κάθε τρίχα περιέχει κενό αέρα κι έτσι είναι φυσικότατη – δε θα καταλάβει κανείς τίποτα – έχουμε περούκα από αλογότριχα, ανθρώπινη τρίχα, μαλλί, φτερά, τα πάντα!”

Θα διάλεγε την Περούκα “Μαρκήσιος”, αυτήν θα διάλεγε, μπορεί και την “Σεσίλια”, όχι όχι, την “Σίσσυ Ξανθιά” (το μοντέλο στη φωτογραφία γελούσε στο φακό και κάπνιζε με νάζι), ναι το είχε αποφασίσει αυτήν θ' αγόραζε...ένα τελευταίο χτένισμα λοιπόν...ούτε αυτό δεν μπορούσε να χαρεί με τον μαθητευόμενο που πριν λίγα λεπτά είχε πλημμυρίσει όλο της το τύμπανο με σαμπουάν και μπουρμπουλήθρες...αει στο καλό!

Το βουητό από το σεσουάρ την νάρκωνε κι αυτή ξεχνούσε.

Θυμήθηκε το κρεβάτι της εκείνο το πρωί, υγρό. “Γιατί σ' εμένα!”, φώναξε μέσα της. Ο νεαρός κομμωτής αγχώθηκε απ' το τράνταγμα της. Μια ξανθιά έγκυος μπήκε τσιρίζοντας για το παρκινγκ. Δεν την άκουσε. Είχε καρφώσει το βλέμμα της στο γυάλινο σταντ κάτω ακριβώς από τον καλογυαλισμένο καθρέφτη.

Βρισκόταν κι αυτή εκεί, ανάμεσα στις λακ και τα ψαλίδια. Το πρόσωπο της να αντικατοπτρίζεται στο γδαρμένο γυαλί, να νιώθει καρούμπαλα να εξέχουν δεξιά κι αριστερά απ'το κεφάλι της, το βουητό να συνεχίζει, τούφες να τσουρουφλίζονται, ξανθές και μελαχρινές να μπαίνουν και να βγαίνουν. Αυτή εκεί. Παγιδευμένη από το βουητό του σεσουάρ, την χτένα του άτσαλου κομμωτή, τα καθρεφτάκια δεξιά κι αριστερά. Αυτή μέσα στο γυαλί κι όλοι οι άλλοι εκεί έξω να συζητούν, ν' αναμασούν, να φτύνουν φαρμάκι στις τρίχες στο πάτωμα. “Πήγαινε γυρεύοντας!” (Μμμμμ) “Μαλβίδες με τον γκόμενο...” (Αχά) “Τ' άκουσες για τον...πως το λένε καλέ...τον...τον....” (ποιον;) “Οι ανταύγειες καίνε το μαλλί;” (Τσου) “Πολύ ήσυχοι όλοι σήμερα” (Ο καιρός φταίει) (Αχά) (Ναι) (Μμμμ)

Ήθελε να πει σ' όλους απλά να σκάσουν, να το βουλώσουν, να μη μιλούν άλλο, δεν άντεχε, δεν άντεχε να τους ακούει, τα δάχτυλα ιδρωμένα να ξεφυλλίζουν τα περιοδικά, τα τσιμπιδάκια να πέφτουν δήθεν τυχαία στο πάτωμα, τα σπρέι τα χρέη τα πέη του καθενός, τον καθρέφτη να την ξεγυμνώνει τόσο, να της βγάζει τα ρούχα ένα ένα να την αφήνει μόνο με το βρακί, να την κοιτάζει, να κοιτάζει το στήθος της, να γελά δυνατά, δυνατααααααααααααβουυυυυυυυυυυυυυυυυυυ να συνεχίζει το σεσουάρ, δυναταααααα να γελά ο καθρέφτης με το άδειο σουτιέν της - “Ποιον πας να κοροϊδέψεις;”, να της λέει, “Άβυζη ε άβυζη και λες τον εαυτό σου γυναίκα!”, να συνεχίζει, να της τραβά το δέρμα και τις ουλές, να ζωγραφίζει θηλές γύρω γύρω με βαφή χτενίσματος βουυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυ το σεσουάρ (Ναι) (Μμμμ) (Αχά) (Θέλω αλλαγή σήμερα) (Μην τα κόψεις πολύ) (Μάλιστα) (Τστστσ)

Για πρώτη φορά είδε ένα πρόσωπο γερασμένο. Το είδωλο της στο γυαλί, μάγουλα ρουφηγμένα, μάτια εξογκωμένα.

Γυμνή. Μια ακόμη τούφα να πέφτει μπροστά στα μάτια της.

Στάχτη να γίνεται.

ΜΙ, 2011
photo: Anne Bancroft Hairdryer/The Pumpkin Eater (Jack Clayton, 1964)

Wednesday, November 16, 2011

ΑΕΡΟΒΑΤΕΣ





















Όσο πιο ψηλά ανεβαίνεις, τόσο πιο πολύ μικραίνουν οι άλλοι και μαζί τους κι εσύ.

Σκέψου μια βάρκα, κοντυλένια, γεμάτη ρεμβασμούς κι ένα σπαθί, αιχμηρό, ακονισμένο, γεμάτο έχθρα. Ποιο απ’ τα δυο θα διάλεγες για ν’ αμυνθείς ενάντια στη σκληρότητα αυτής της ζωής, ποιο σχήμα στ’ αλήθεια θα επέτρεπες στα λευκοφορεμένα σύννεφα να σχηματίσουν για σένα, πίσω ακριβώς απ’ το ψυχρό, οβάλ παραθυράκι σου.
«Δεν είσαι πουλί, γι αυτό φοβάσαι.», γράφει με μεγάλα, κεφαλαία γράμματα το τραπεζάκι του μπροστινού καθίσματος. Ανοιγοκλείνεις τα μάτια. «Παρακαλούμε να έχετε τις ζώνες δεμένες όταν κάθεστε. Σωσίβιο κάτω από το κάθισμά σας.», είναι το μόνο πράγμα που έχει να σου πει το πλαστικό μπροστά σου. Σε λίγο θα φιλοξενήσει τον ορθογώνιο δίσκο με το ψωμάκι, το κολοκυθάκι, το καροτάκι, την πατατούλα, την μπριζολίτσα και τέλος, το γλυκάκι. Όλα σε σμίκρυνση, όπως κι η ζωή σου.
Αυτή τη φορά η βαλίτσα σου ήταν ανυπόφορα βαριά, έχωσες μέσα όλη σου την σκέψη. Είδα την τρυφερή παλάμη ενός παιδιού να εξέχει και να σε αποχαιρετά, η κορούλα σου ήταν; Γιατί την έχωσες και πάλι μέσα, παρέα με τα χρυσαφικά της μάνας σου και μια ξεθωριασμένη καρτ ποστάλ; Τις αναμνήσεις δεν τις κουβαλάμε μαζί μας μόνο στα ταξίδια, τις κρατάμε σφιχτά. Δεν έχεις λόγο να φοβάσαι πως θα τις χάσεις. Έλα, μην χτυπάς τα δάχτυλα μηχανικά, σ’ ακούει ο διπλανός και δε μπορεί να συγκεντρωθεί στην ανάγνωση του βιβλίου του. Μάλλον νομίζει πως είσαι άρρωστος, έτσι καταϊδρωμένος που δείχνεις. Σκούπισε λίγο το μέτωπο με το αρωματικό μαντηλάκι, γλύψε ρυθμικά μια παστίλια και κατάπιε την απελπισία σου σε δόσεις.
Χόρτασες. Σχεδόν.
Ζητάς καφέ. Ντεκαφεινέ γιατί οι παλάμες σου στάζουν νευρικότητα εδώ και ώρα. Αν ήσουν Αμερική μπορεί να νόμιζαν πως είσαι τρομοκράτης. Θα προτιμούσες ο διπλανός σου να σε βλέπει έτσι και να χέζεται, παρά ως ένα αηδιαστικό, ενοχλητικό υποκείμενο.
Πρέπει να μεταφέρεις το επίκεντρο προσοχής σου αλλού για να ηρεμήσεις. Προσπάθησε να αναπνεύσεις απορροφώντας αέρα απ’ τη χαραμάδα, τις Συμπληγάδες των δυο μπροστινών καθισμάτων. Τώρα στο οπτικό σου πεδίο ο μακρύς λαιμός μιας νεαρής γυναίκας, ελάχιστες πινελιές χρώματος απ’ την μπλούζα της κι ένα ανεξέλεγκτο σκουλαρίκι να πηγαίνει πέρα δώθε. Δεν είναι η πρώην γυναίκα σου. Σταμάτα. Μην αναπνέεις τόσο βαριά.
Τράνταγμα. Κενό αέρος. Ο διπλανός σου παραλίγο να σε αγγίξει με το αριστερό του πόδι. Το έσωσε τελευταία στιγμή. Κρατήθηκε ο καθώς πρέπει κύριος με το ακριβό ρολόι και το έντονο μαύρισμα, όπως κρατιέσαι κι εσύ να μην πας τουαλέτα μέχρι την προσγείωση. Δεν αντέχεις όμως αυτή τη φορά. Βήχεις με διακριτικότητα και προχωράς στο διάδρομο. Βλέπεις τα κεφάλια των άλλων να στρέφονται προς εσένα με απίστευτο συγχρονισμό, το ένα κεφάλι μετά το άλλο, ένα κεφάλι με αθλητικό καπέλο, μετά ένα κεφάλι με φαλάκρα, μετά ένα κεφάλι με φθηνά γυαλιά ηλίου, ένα κεφάλι απλά κεφάλι και ούτω καθεξής – ένα απόλυτα συγχρονισμένο ντόμινο, σε κάνει να αναρωτιέσαι τι βλέπουν τελικά σ’ εσένα που εσύ δε βλέπεις πια.
Σφραγίζεις καλά την πορτούλα και βυθίζεσαι μέσα στο καθρεφτάκι, προσπαθώντας να διακρίνεις μέσα στην υπαρξιακή ναυτία που νιώθεις αν έκανες καλά που έφυγες. Βλέπεις όλες τις στιγμές μιας ευτυχισμένης οικογένειας σαν παλιά ταινία μέσα στο γυαλί. Όλοι με κάτασπρα, αστραφτερά δόντια και υπερβολικά χαμόγελα. Βλέπεις και τον αεροσυνοδό που πριν λίγο σου σέρβιρε καφέ να παίρνει τη δική σου θέση στο πλάνο, φορά τα ρούχα σου, χαμογελά με τον ίδιο τρόπο, κρατά την πρώην γυναίκα σου και το παιδί σου απ’ το χέρι. Από πάνω τους ο ουρανός σκοτεινός, σε λίγο θα βρέξει και θα ξεβάψουν όλοι σαν πίνακας κακής ποιότητος. Μόλις ένιψες το πρόσωπό σου. Τίναξες και λίγο νερό απ’ τη βρυσούλα στο καθρεφτάκι. Τα κατάφερες. Εξαφάνισες την εικόνα του τρίτου προσώπου. Τράβα τώρα και το καζανάκι να ρουφήξει μαζί όλες τις υπόλοιπες αρνητικές σκέψεις.
Παίρνεις μια μικρή, διακριτική ανάσα. Επιστρέφεις. Το τρόλεϊ με τα αφορολόγητα σου κόβει το δρόμο. Πρέπει να περιμένεις. Νιώθεις πως κάτι ξέχασες, βλέπεις τον εαυτό σου στην άκρη του διαδρόμου να ψάχνει ξανά τις αποσκευές. Κάτω απ’ το αγαπημένο σου πουκάμισο ένα νεσεσέρ γεμάτο θυμό, παραδίπλα ένα ζευγάρι κάλτσες να μυρίζει προδοσία, στα δεξιά η ξυριστική σου μηχανή να θερίζει όλη σου την δύναμη και κάτω κάτω, πολύ κάτω, εσύ, συμπιεσμένος σαν κακόγουστο σακάκι κολλημένο στον πάτο. Μια διάφανη χαλκομανία να ψηλαφά αυτό που δεν υπάρχει πια. Την αξιοπρέπεια σου ψάχνεις; Μην σκιάζεσαι. Αυτήν την χάσαμε όλοι εδώ και καιρό. Κλείσε και πάλι το φερμουάρ και βάλε ξανά τον κωδικό 1212001 – την ημερομηνία γάμου σας, ναι, αυτό κάποια στιγμή θα πρέπει να το αλλάξεις. Μην ανησυχείς, κανείς σε αυτό το ταξίδι δε θα σε ρωτήσει για αυτή σου την επιλογή αν δεν το θελήσεις εσύ. Εδώ είσαι σε μια κατάσταση ενδιάμεση, μια μικρή δόση αιωνιότητας όπου οι ανθρώπινες αδυναμίες συρρικνώνονται προσωρινά, όπως και τα μαξιλαράκια και οι κουβερτούλες.
Διψάς για μούδιασμα. Ζητάς κόκκινο κρασί και ξαναδένεις τη ζώνη. Ο διπλανός σου έχει ήδη αποκοιμηθεί. Ο έξτρα φωτισμός ανάγνωσης ακόμη αναμμένος. Σε τυφλώνει. Τεντώνεις το χέρι να πατήσεις το κουμπί χωρίς να τον ενοχλήσεις. Τα καταφέρνεις. Ανακουφίζεσαι. Το παραθυράκι σου παραμένει κλειστό εδώ και ώρα. Έτσι κι αλλιώς ποτέ δεν έκλεισες αυτό το εισιτήριο για τη θέα. Η θέα του αποχωρισμού από μια γη είναι βασανιστική κι αυτό φρόντισες απ΄ την αρχή κιόλας του ταξιδιού να το αποφύγεις.
«Δεν έχουμε φτερά, γι αυτό πονάμε.», γράφει με μπεζ καλλιτεχνικά γράμματα η ετικέτα του κρασιού. Ανοιγοκλείνεις τα μάτια. «Τοπικός Οίνος, vin de pays 2008», είναι το μόνο που έχει η αλκοόλη να σου ψιθυρίσει.
Τρέμουλο. Αναταράξεις. Μια άοσμη αίσθηση που αγγίζει την αβεβαιότητα. Δεν αντέχεις άλλο. Ανοίγεις το παράθυρο, τραβώντας προς τα πάνω το προστατευτικό. Το άσπρο βαμβάκι ξεχύνεται με βία, ώρα πολλή το κρατούσες απομονωμένο, σε πνίγει, πέφτεις σε λήθαργο. Τόνοι βαμβακιού στοιβαγμένοι στα πνευμόνια σου, τόσο πολύ που δεν ονειρεύεσαι. Η ώρα περνά. Το βαμβάκι συνεχίζει να σε καλύπτει σαν χιονοστιβάδα. Κάτι σ’ αγγίζει.
Ξυπνάς.
Ο διάδρομος σκοτεινός, καμιά κίνηση, κανένα ίχνος θορύβου. Όλα μοιάζουν μικρότερα, αιωρούνται σαν μικροσκοπικές φυσαλίδες στον αέρα. Η ανασηκωμένη άκρη ενός χρυσού μενταγιόν. Το μεταξωτό φουλάρι της ντελικάτης αεροσυνοδού. Το βουτυράκι μιας χρήσης να επιπλέει παρέα με ένα αποπροσανατολισμένο παιχνίδι μινιατούρα. Κοίτα. Οι πατούσες σου ανασηκώνονται κι αυτές, ελαφραίνουν λες και επιπλέουν σ’ έναν κόσμο ζωντανό, μακριά, πολύ μακριά από σένα. Κοιτάζεις πίσω. Όλοι αιωρούνται. Μαζί σου. Μόνο η ζώνη ασφαλείας τους κρατά, κι αυτή με δυσκολία. Κάποιοι ξεφεύγουν. Τους βλέπεις να διασχίζουν αργά το διάδρομο, αστροναύτες, μαγεμένοι από μια απίστευτη ελαφρότητα. Το παραθυράκι σου ακόμη ανοικτό. Στρέφεις το βλέμμα και το διαπερνάς. Είναι η ώρα που η νύχτα γίνεται μέρα. Η κατάνυξη που νιώθεις σε σοκάρει. Το λαμπερό περίγραμμα του ουρανού χωρίζει τον κόσμο στα δύο όπως χώρισε και τη ζωή σου.
Ξέρεις, θα μπορούσες να αρπάξεις το εκτυφλωτικό εκείνο σχοινί φωτός και να το δέσεις θηλιά γύρω απ’ το λαιμό σου. Δεν το κάνεις. Το τυλίγεις γερά γύρω απ’ τον καρπό σου και το σφίγγεις με δύναμη, όπως μια φουρτουνιασμένη βάρκα την άγκυρά της. Έστω και προσωρινά, σε αυτό το μεταίχμιο της ζωή σου, διαλέγεις τη βάρκα κι όχι το σπαθί. Δεν κοιτάζεις ξανά πίσω να δεις αν νιώθουν όλοι αυτό που νιώθεις. Η στιγμή είναι δική σου.
Προσγείωση του αεροσκάφους σε λίγα λεπτά. Cabin Crew ready for landing.
Εσύ ακόμη εκεί, να αιωρείσαι, αγκιστρωμένος στο σύμπαν.
Όχι κρεμάμενος απ’ αυτό.

Υ.Γ – ‘Ένα μακρύ, αόρατο σχοινί κι ένα ζευγάρι πόδια. Μόνο αυτό μας έχει μείνει. Και κάμποσος αέρας στο ενδιάμεσο.


ΜΙ, 2011

Saturday, April 9, 2011

8.9 years old

I have a bird’s eye view today,
not high enough
I hear the waters whirl and I think it’s the breeze

I’m a turi 1
snatching your plastic helmet,
resting in its nest
as if it’s my mother’s womb

Can I cover all eyes with my tiny hands, Mr?

What if I turn into a washi 2, washing away death from the flooded streets,
blowing some feathery life into those ruins,
stuffing some air with my beak into those lungs

What if I turn into a karasu 3, knotting people’s wishes into a bundle,
kneeling in front of all dying prey,
eating my guts out to kill that emptiness

Will you keep our heads above the roughness of umi 4 then, Mr?
Will you stay when we reach the end of this mud-ness?
(Mr crosses the waters like Moses – Mr says nothing)

SO I REPEAT

I have a bird’s eye view today,
never high enough
I hear my people’s sighs slicing the air and I think it’s the sweet sun

I’m a turi
landing on your military uniform,
sucking red milk from your sleeve
as if it’s my mother’s breast

Am I allowed to vomit my loss into your rescuing hands?

I have no home today
No home Mr
Just you carrying me on your back until we meet Land again

(umi moves in and out – umi continues its soaking sounds)

Whooooooshhhhhhh
Shhhhhhhwhhhhhoooshhhhhhh

Then what, Mr?
Then what?


1 Bird in Japanese
2 Eagle in Japanese
3 Crow in Japanese
4 Sea in Japanese



selected to be published in Art Attack Volume III International Poetry Collection
ART ATTACK COMPETITION - Volume III - 2011

Friday, January 28, 2011

100-Word Story

Today, I shed a tear. It turned into a jellyfish. It stuck on my keyboard, ready to die. “I wonder why you' re not normal.”, it said. I touched it just to feel its venom. I could've said “Look! Now I'm normal!” or “Look, I can feel!”, but the jellyfish just died on me like a wrinkled, self-defeated parent. “Now what?”, I asked my keyboard. “Nothing”, it said, “I'm just a machine”. The first word came out of its guts with pure violence. It was a word with no feelings. The dead jellyfish quaked.

Friday, December 10, 2010

Reverse City (Standing Mountain)











In Reverse City, the sun rises backwards today (like most days). Water cannot be drunk since the tap is not working…it is one of those drought days when water gets back in the plumbing system instead of reaching a glass. Cars follow the reverse code today…only odd numbers in the streets, moving backwards…odd and alone. It’s springtime…actually not…flowers are dying instead of blooming, leaves are falling, butterflies become worms again…poor things…animals fall to lethargy …people do too…inescapably…

She just sits there, maniacally reading the manual, trying to understand this paradoxical change that is about to occur, struggling to get used to the new possible plans, laws and ideas. “How is it possible to fry an egg in an upside down pan? I mean… it’s easier to fry it in a straightened one, isn’t it?”, she keeps asking with naïve curiosity… He doesn’t answer as most of the time, sinking in his greenish, upside down armchair and sipping his coffee in the exact same way for years and years now. “Why don’t you read the manual too? Things are changing! Things have to change!”, she shouts in attention-wanting despair but he…he still can’t listen, he still can’t take his eyes away from that big, glassy window in the right corner of the living room. The deep voice of the television presenter is echoed in the room… “Florists are protesting outside the Main Hall this very instant, since their precious flowers are dying one by one…nine million six thousand eight hundred thirty-three and a half flowers so far…”


They have been dying for years now (the flowers that is), over thirty, stopped counting at some point. You see, there is no rain. Its water drops go back where they come from…never reaching the ground. The distant myth is still alive though. The rumour about that everlasting flower- the Undead, existing somewhere out there. The picture of a colourful garden, hidden away from this upside down city with the reversed pieces of furniture, pots and pans. No wonder why she is in pain all the time. “These chairs are killing me”, she keeps repeating. “This window has been killing me for years”, is the only answer she can get from him if she’s lucky enough.

The clock is stopped, the egg is being fried, her almost purple legs are in pain, his insomniac eyes are still fixed on a spot, way beyond their block of flats, his coffee is finished, the egg is half-burnt already, flowers continue to expire, rain remains banned from the city and the tired voice of the television presenter, travels from flat to flat, saying so much, saying nothing…

Her voice breaks (as usual). “You don’t love me anymore, do you? I mean, when we were younger you were different. Remember those years? When we were free, one country, going on carefree picnics every weekend, taking the kids to fly their kites and then secretly kissing under the trees…remember? I really miss those years, you know. I keep dreaming about them from time to time. The sweet smell of spring rain, the people and their smiles. You used to love me then, I’m sure you did! Our home! You loved our home too! Our own Garden of Eden! I was happy then. We were happy…then”.

As usual, this is just a monologue. Of course he remembers. Of course he loved her. Yet, what else is left to say? Those years can never come back. Even if he tells her he still adores her (which is more than true), they will never go back home, they will never reach their garden, no matter what the television presenter has been stating for decades and decades. Enough with that voice, promising change, keeping the hope alive! That voice penetrates his soul so deeply that he just wishes he could crash that TV and smash that guy’s face like a watermelon. It’s all lies! The myth about the undead flower! Come on! How brainless can someone be! What is dead cannot come back to life! What is lost cannot be regained! That’s why he’s like that. That’s why he no longer speaks. To say what? There is nothing more to say! 

Words, words, words. Enough! Vowels and consonants scattered and echoed everywhere and nowhere. And this manual….for God’s sake, do they actually expect him to read and understand it? His children maybe, if they are open-minded enough and if they actually care about this upside down city anymore. He can’t. It’s been too long! It’s their fault! They had him waiting for too fucking long! He cannot help it. He cannot see things differently. He hopes his children can though, he wishes his children can forget and forgive for him but he cannot! It’s too late for him… Too late for her too… she just cannot realize that no matter what she does, no matter how hard she tries, she will keep burning the egg in the upside down pan cause that upside down pan is not her. It’s not her life. It’s not her thought. It’s not!

He keeps staring at the window, expressionless, fed up, tired, too tired. She still reads chapter 34 of the manual on how to serve soup in an upside down bowl. She’s tired too but at least she’s trying. That’s what she keeps telling herself, trying to make that derelict self feel useful for a change. Deep inside, she still believes in that myth. She happily wakes up everyday, waiting to see a shiny drop of rain on her dead tulip by the window. She’s not the only one in Reverse City waiting for that sudden and miracle-like water drop. Sometimes, she thinks she sees one, becomes ecstatic for a second or two… and then comes to the conclusion that it’s just the spit of her husband who had been cursing again, early in the morning. Yet, that doesn’t stop her from commenting on the television presenter’s voice from time to time…sympathizing with his determined efforts to inform the citizens of this city as accurately as possible and being at the same time so cute and all.  She once read a book by an Italian she doesn’t really remember his name. By accident that is. She was never into reading, that’s why she finds it so difficult to understand the manual. At least, that’s what she keeps repeating to comfort herself…

The inferno of the living is not something that will be; if there is one, it is what we live every day, what we form by being together. There are two ways to escape suffering it. The first is easy for many: accept the inferno and become such a part of it that you no longer see it…
The second is risky and demands constant vigilance and apprehension: seek and learn to recognize who and what, in the midst of the inferno, are not inferno, then make them endure, give them space”. 
Strange words! She never understood them… but she did love the word inferno, now repeated by her favourite presenter’s lips! She never realized which group of people she really belonged to…possibly because she never understood that she herself was trapped in that inferno… in one way or another…. 

He did. He experienced that inferno every time he looked out of that window… she could no longer see it but…he could see it alright. He never stopped staring at it, especially at night, grinning with its flashy lights straight at him, making fun of his upside down city, his upside down furniture and his self-blinded wife moving back and forth in her kitchen. That permanent and motionless thing with the scars and wounds, visible under the sun, illuminated at night. That straight mountain with that straight flag, in this upside down city with its upside down hopes, standing with pride and staring back at him, commanding him, instructing him…never, never, never to forget…

The sun sets backwards today in Reverse City… “nine million six thousand eight hundred thirty-nine and a quarter dead flowers so far…rain possibility minimal”. Lights on the standing mountain…lights off in the living room, harsh sounds of cutlery sneaking in from the kitchen...He is still there. Looking odd like most people. Odd and alone. Yet, sleepless for days now. No butterfly dreams anymore. The television presenter’s voice pauses for a moment, as if absurdly sensing his inferno and giving him space…for a brief moment…there in the dark…by the transparent window… a drop of salty water slowly falls…vertically…accidentally…crashing on the tulip’s last bending leaf...
MI, Spring 2008


One of the winner-stories in the 'Sea of Words' international competition, published in the 'Sea of Words' Anthology by the IEMed and the Anna Lindh Foundation and translated into Spanish - also published in Cadences Literary Journal